Δείτε επίσης: Αὐλών, Αυλώνα, Αυλώνας

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

αρσενικό ή θηλυκό
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική
αὐλών οἱ
αἱ
αὐλῶνες
      γενική τοῦ
τῆς
αὐλῶνος τῶν αὐλώνων
      δοτική τῷ
τῇ
αὐλῶν τοῖς
ταῖς
αὐλῶσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν
τὴν
αὐλῶν τοὺς
τὰς
αὐλῶνᾰς
     κλητική ! αὐλών αὐλῶνες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αὐλῶνε
γεν-δοτ τοῖν  αὐλώνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'χειμών' όπως «χειμών» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αὐλών < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂ewl- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αὐλών, -ῶνος αρσενικό (και θηλυκό)

  1. κοίλος δρόμος
  2. κοιλότητα
  3. κοιλάδα
  4. χαράδρα
  5. φαράγγι
  6. διώρυγα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία