Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική αἶρ αἱ αἶραι
      γενική τῆς αἴρᾱς τῶν αἰράων*
      δοτική τῇ αἴρ ταῖς αἴρῃσιν**
    αιτιατική τὴν αἶρᾰν τὰς αἴρᾱς
     κλητική ! αἶρ αἶραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  αἶρ
γεν-δοτ τοῖν  αἴραιν
Εδώ, το καθαρό α (που ακολουθεί το ρ ή φωνήεν)
δεν είναι μακρό, αλλά κατ' εξαίρεσιν, βραχύ.
* Ανώμαλη γενική πληθυντικού αντί -ῶν.
** Ανώμαλη δοτική πληθυντικού αντί -αις.
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σφαῖρα' όπως «σφαῖρα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αἶρα < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αἶρα θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. (εργαλείο) σφυρί
     συνώνυμα: ἀξίνη ( Ἡσύχιος (5ος αιώνας κε), Γλῶσσαι, Α)
  2. (βοτανική) το φυτό Lolium temulentum

  ΠηγέςΕπεξεργασία