Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφρολλανδικά < (αφρικανικός) (αφρο-) αφρ- + ολλανδικά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφρολλανδικά ουδέτερο στον πληθυντικό