Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

αφοπλίσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφοπλίζω
  3. θα αφοπλίσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφοπλίζω