Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφισορύπανση οι αφισορυπάνσεις
      γενική της αφισορύπανσης των αφισορυπάνσεων
    αιτιατική την αφισορύπανση τις αφισορυπάνσεις
     κλητική αφισορύπανση αφισορυπάνσεις
Η λόγια γενική ενικού (αφισορυπάνσεως) δεν συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφισορύπανση < αφίσ(α) + -ο- + ρύπανση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αφισορύπανση θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία