Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυτοσυνένωση < → δείτε τις λέξεις αυτο- και συνένωση, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self-join

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυτοσυνένωση θηλυκό

ΥπερώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία