Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ατσεκούρωτος ατσεκούρωτη ατσεκούρωτο
γενική ατσεκούρωτου ατσεκούρωτης ατσεκούρωτου
αιτιατική ατσεκούρωτο ατσεκούρωτη ατσεκούρωτο
κλητική ατσεκούρωτε ατσεκούρωτη ατσεκούρωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατσεκούρωτοι ατσεκούρωτες ατσεκούρωτα
γενική ατσεκούρωτων ατσεκούρωτων ατσεκούρωτων
αιτιατική ατσεκούρωτους ατσεκούρωτες ατσεκούρωτα
κλητική ατσεκούρωτοι ατσεκούρωτες ατσεκούρωτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ατσεκούρωτος < α- + τσεκουρώνω + -τος < τσεκούρι < μεσαιωνική ελληνική τσεκούριον < ελληνιστική κοινή σεκούριον < λατινική securis < seco (κόβω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *sek- (κόβω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ατσεκούρωτος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία