Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αταξίδευτος < α στερητ.+ταξιδεύω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αταξίδευτος

  1. που δεν ταξίδεψε ακόμη

μέσα στο λιμάνι, βρίσκεται ένα ολοκαίνουργιο αταξίδευτο καράβι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία