Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αταβιστικός αταβιστική αταβιστικό
γενική αταβιστικού αταβιστικής αταβιστικού
αιτιατική αταβιστικό αταβιστική αταβιστικό
κλητική αταβιστικέ αταβιστική αταβιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αταβιστικοί αταβιστικές αταβιστικά
γενική αταβιστικών αταβιστικών αταβιστικών
αιτιατική αταβιστικούς αταβιστικές αταβιστικά
κλητική αταβιστικοί αταβιστικές αταβιστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αταβιστικός < αταβισμός + -τικός < γαλλική atavisme < λατινική atavus (πρόγονος) < avus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂éwh₂os

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αταβιστικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία