Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αταβιστικά < αταβιστικός + < αταβισμός < γαλλική atavisme < λατινική atavus (πρόγονος) < avus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂éwh₂os

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αταβιστικά

  • (λόγιο) με αταβιστικό τρόπο
    Μες στη λιακάδα του πρωινού αταβιστικά τράβηξε προς τη θάλασσα. Περπάτησε στην τσιμεντωμένη παραλία. Περπάτησε χιλιόμετρα κλωτσώντας χαλίκια, απέφευγε να κοιτάει τον ορίζοντα. Το μεσημέρι βρέθηκε στη γενέθλια γειτονιά. Σχεδόν αγνώριστη. Μικρές πολυκατοικίες και γιώτα-χι με δόσεις. Ακούγονταν τραγούδια. (*)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αταβιστικά