Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστρική εκτροπή < → δείτε τις λέξεις αστρική και εκτροπή

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αστρική εκτροπή θηλυκό

  1. (αστρονομία): η διαφορά θέσης ενός αστέρος στο χώρο από την προφανή θέση που θα είχε αν η Γη (σημείο παρατήρησης) παρέμενε ακίνητη,
  2. (αστρονομία): η φαινομενική γωνιακή μετατόπιση θέσης παρατηρούμενου ουρανίου σώματος που προκύπτει λόγω τροχιακής κίνησης της Γης (σημείου παρατηρητή)
    η αστρική εκτροπή διακρίνεται σε ημερήσια εκτροπή, ετήσια εκτροπή και κοσμική εκτροπή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία