(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ασπροκαλάμποκο τα ασπροκαλάμποκα
      γενική του ασπροκαλάμποκου των ασπροκαλάμποκων
    αιτιατική το ασπροκαλάμποκο τα ασπροκαλάμποκα
     κλητική ασπροκαλάμποκο ασπροκαλάμποκα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπροκαλάμποκο < ασπρο- + καλαμπόκ(ι) + -ο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.spro.kaˈlam.bo.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐σπρο‐κα‐λά‐μπο‐κο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ασπροκαλάμποκο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία