Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ασπούδαστος η ασπούδαστη το ασπούδαστο
      γενική του ασπούδαστου της ασπούδαστης του ασπούδαστου
    αιτιατική τον ασπούδαστο την ασπούδαστη το ασπούδαστο
     κλητική ασπούδαστε ασπούδαστη ασπούδαστο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ασπούδαστοι οι ασπούδαστες τα ασπούδαστα
      γενική των ασπούδαστων των ασπούδαστων των ασπούδαστων
    αιτιατική τους ασπούδαστους τις ασπούδαστες τα ασπούδαστα
     κλητική ασπούδαστοι ασπούδαστες ασπούδαστα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασπούδαστος < αρχαία ελληνική ἀσπούδαστος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασπούδαστος

  • που δεν έχει σπουδάσει, χωρίς παιδεία
    Οι ηλικιωμένοι συχνά είναι ασπούδαστοι, αφού τότε, πολλές φορές δεν πήγαιναν σχολείο.

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία