Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ασκάλωτος ασκάλωτη ασκάλωτο
γενική ασκάλωτου ασκάλωτης ασκάλωτου
αιτιατική ασκάλωτο ασκάλωτη ασκάλωτο
κλητική ασκάλωτε ασκάλωτη ασκάλωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ασκάλωτοι ασκάλωτες ασκάλωτα
γενική ασκάλωτων ασκάλωτων ασκάλωτων
αιτιατική ασκάλωτους ασκάλωτες ασκάλωτα
κλητική ασκάλωτοι ασκάλωτες ασκάλωτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ασκάλωτος < α- + σκαλώνω + -τος < μεσαιωνική ελληνική *σκαλώνω < ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *skend- (πηδώ)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.'ska.lo.tos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ασκάλωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει σκαλιά
     αντώνυμα: σκαλωτός
  2. που δεν έχει σκαλώσει ή πιαστεί κάπου
     αντώνυμα: σκαλωμένος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει εμποδιστεί
     συνώνυμα: ανεμπόδιστος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία