Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

αρχαιολόγους αρσενικό ή θηλυκό

  1. αρχαιολόγος, στην αιτιατική του πληθυντικού