Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρρωσταίνω < αρχαία ελληνική ἀρρωστέω / ἀρρωστῶ

  ΡήμαΕπεξεργασία

αρρωσταίνω

  1. (αμετάβατο) προσβάλλομαι από μια αρρώστια ή ασθένεια, μου επιβαρύνει την υγεία κάποια νόσος
    το χειμώνα όλο αρρωσταίνει είτε από κρύωμα είτε από γρίπη
  2. (μεταφορικά) χάνω την καλή μου διάθεση ολοκληρωτικά
    αρρωσταίνω από τη ζήλια
  3. (μεταβατικό) γίνομαι η αιτία που χειροτερεύει η υγεία κάποιου
    πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι ο φόβος απόλυσης από τη δουλειά μάς αρρωσταίνει

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία