Δείτε επίσης: Αραβίδα

Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αραβίδα οι αραβίδες
      γενική της αραβίδας των αραβίδων
    αιτιατική την αραβίδα τις αραβίδες
     κλητική αραβίδα αραβίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αραβίδα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀραβίς [1][2] < Ἀραβίς < (ελληνιστική κοινήἌραψ. Πιθανόν, για τον τρόπο που έφεραν το όπλο οι άραβες (στον δεξιό ώμο).[3] Διαφορετικό το ελληνιστικό ἀραβίς.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɾaˈvi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: α‐ρα‐βί‐δα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αραβίδα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «αραβίδα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία. Α΄ έκδοση: 1930-1950. 
  3. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)