Δείτε επίσης: ἀπόγαιον

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόγαιον < ελληνιστική κοινή ἀπόγαιον, άλλη μορφή του ἀπόγειον < αρχαία ελληνική ἀπόγειος < ἀπό + γῆ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόγαιον ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία