Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποχαυνώνω < απο- + χαυνῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.po.xavˈno.no/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποχαυνώνω, παθητικό αποχαυνώνομαι, παθητική μετοχή * αποχαυνωμένος

  1. κάνω κάποιον χαύνο, τον φέρνω σε κατάσταση νωθρότητας και πλήρους αδράνειας, παραλύω τις σωματικές και διανοητικές δυνάμεις του, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιδράσει
    τον αποχαύνωσε τελείως η τηλεόραση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία