Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποσυσκευάζω < απο- + συσκευάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποσυσκευάζω

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία