Δείτε επίσης: ἀποστρέφομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποστρέφομαι < αρχαία ελληνική ἀποστρέφομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποστρέφω < ἀπό + στρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποστρέφομαι

  1. (μεταβατικό) ενοχλούμαι από κάτι έντονα και το αποφεύγω
    γιατί οι νέοι αποστρέφονται την πολιτική;
  2. στρέφομαι
    [...] ως χριστιανός ορθόδοξος ομνύω σας και λέγω· αν δώση ο Θεός κ᾿ η δόξα του ν᾿ αποστραφώ στην Δύση, στον Πάπα τον αγιώτατον κ᾿ εις όλους τους ρηγάδες βούλομαι ελθείν σωματικώς να τους ειπώ τα βλέπω, ολπίζω εις έλεος Χριστού να τους παρακινήσω, να έλθουν με τα φουσσάτα τους εδώ στο μέρος τούτο [...]

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία