Δείτε επίσης: ἀποστρέφομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποστρέφομαι < αρχαία ελληνική ἀποστρέφομαι, παθητική φωνή του ρήματος ἀποστρέφω < ἀπό + στρέφω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αποστρέφομαι

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία