Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποσπόντα < από σπόντα

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αποσπόντα

  1. (για τη μπάλα / βολή σε μπιλιάρδο) που χτυπάει στη σπόντα ενός τραπεζιού μπιλιάρδου και επιστρέφει
  2. πλάγια, με υπαινιγμούς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία