Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αποικοδόμηση οι αποικοδομήσεις
      γενική της αποικοδόμησης
αποικοδομήσεως*
των αποικοδομήσεων
    αιτιατική την αποικοδόμηση τις αποικοδομήσεις
     κλητική αποικοδόμηση αποικοδομήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποικοδόμηση < αποικοδομώ + -ση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποικοδόμηση θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία