Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αποικοδομητής < αποικοδομώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αποικοδομητής αρσενικό

  1. (χημεία): αυτός που επιχειρεί αποικοδόμηση
  2. (βιολογία): ο οποιοσδήποτε σαρκοτροφικός οργανισμός (π.χ. μύκητας ή βακτήριο) που διασπά οργανικές ενώσεις σε ανόργανα υλικά.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία