Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ανυψωτής οι ανυψωτές
      γενική του ανυψωτή των ανυψωτών
    αιτιατική τον ανυψωτή τους ανυψωτές
     κλητική ανυψωτή ανυψωτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανυψωτής < ανυψώνω + -τής

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανυψωτής αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) α)πρόσωπο ή β)μηχάνημα που ανυψώνει διάφορα πράγματα
    β)άλλες μορφές: ανυψωτήρας
  2. (μεταφορικά) αυτός που εξυψώνει κάποιον (σε ηθικό, πνευματικό ή άλλο επίπεδο)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία