Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αντσούγια οι αντσούγιες
      γενική της αντσούγιας
    αιτιατική την αντσούγια τις αντσούγιες
     κλητική αντσούγια αντσούγιες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντσούγια < ιταλική acciuga < λιγουριανή anciôa < δημώδης λατινική *apiuva < λατινική aphye < αρχαία ελληνική ἀφύη (αντιδάνειο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /an.ˈdzu.ʝa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντσούγια θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία