Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντιγκεϊκά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. γλώσσα της Δημοκρατίας της Αντιγκέα, ομοσπονδιακού υποκείμενο της Ρωσίας

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία