Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανιοβόλος < αν- στερητικό + ιοβόλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανιοβόλος, -ος, -ο

  1. μη ιοβόλος, που δεν εκτοξεύει δηλητήριο
    ανιοβόλα φίδια

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία