Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανθυποτάξη < αντί + υπό + τάξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανθυποτάξη θηλυκό

  1. (βιολογία) υποδιαίρεση της ταξινόμησης των ζώων, πτηνών, εντόμων, κ.λπ. μικρότερη από την υποτάξη


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία