Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεμπόδιστος < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανεμπόδιστος

  1. που ενεργεί χωρίς εμπόδια ή που δεν παρουσιάζει εμπόδια, δυσκολίες ή φραγμούς, ελεύθερος
    ανεμπόδιστη θέα, ανεμπόδιστη πρόσβαση, ανεμπόδιστο ρεύμα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία