Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανεβοκατέβασμα τα ανεβοκατεβάσματα
      γενική του ανεβοκατεβάσματος των ανεβοκατεβασμάτων
    αιτιατική το ανεβοκατέβασμα τα ανεβοκατεβάσματα
     κλητική ανεβοκατέβασμα ανεβοκατεβάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανεβοκατέβασμα < ανέβ(ασμα) -ο- κατέβασμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανεβοκατέβασμα ουδέτερο

  1. το να ανεβαίνει και να κατεβαίνει κάποιος ή κάτι επανειλημμένα
    • Αμάν πια αυτοί από τον τρίτο, δεν κουράστηκαν με το ανεβοκατέβασμα; Ολο κάτι ξεχνάνε, κάτι θυμώνται και όλο σούρτα-φέρτα με το ασανσέρ που το πληρώνουμε όλοι
  2. οι ανωμαλίες σε ορεινή διαδρομή
    Δεν θέλω να οδηγήσει το παιδί. Εχει πολλές στροφές ο δρόμος και ανεβοκατεβάσματα. Ας οδηγήσει κάποιος με πείρα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία