Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναψηλάφηση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναψηλάφηση θηλυκό

  • (νομική) η εκ νέου εξέταση μιας δικαστικής υπόθεσης που είχε θεωρηθεί ότι είχε τελεσιδικήσει


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία