Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανατροφέας< ανατρέφω + -έας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανατροφέας αρσενικό ή θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία