Δείτε επίσης: ἀνατείνω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανατείνω < αρχαία ελληνική ἀνατείνω < ἀνά + τείνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ανατείνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία