Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αναπαμός οι αναπαμοί
      γενική του αναπαμού των αναπαμών
    αιτιατική τον αναπαμό τους αναπαμούς
     κλητική αναπαμέ αναπαμοί
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναπαμός < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναπαμός αρσενικό

  1. Η ανάπαυση, η ξεκούραση, το γαλήνεμα φυσικών στοιχείων ή ανθρώπων, η ηρεμία, η ανάπαυλα, ιδιωματικά έγεται και αναπαημός
  2. Αυτό το παιδί αναπαμό δεν έχει! (δεν ησυχάζει ούτε αφήνει τους άλλους να ησυχάσουν)
  3. Πολύ δραστήριος άνθρωπος, δεν έχει αναπαμό! (δεν παίρνει ανάσα από την πολλή δουλειά)
  4. Η θάλασσα στο Κάβο Ντόρο αναπαμό δεν έχει (δεν γαληνεύει ποτέ)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία