Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αναξιοπιστία οι αναξιοπιστίες
      γενική της αναξιοπιστίας των αναξιοπιστιών
    αιτιατική την αναξιοπιστία τις αναξιοπιστίες
     κλητική αναξιοπιστία αναξιοπιστίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναξιοπιστία < αναξιόπιστος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναξιοπιστία θηλυκό

  1. η ιδιότητα ατόμου που σε κάνει να μη στηρίζεσαι στις υποσχέσεις του λόγω διαπιστωμένης ασυνέπειας ή και εξαιτίας ανακολουθιών, αντιφατικών δηλώσεών του, πισωγυρισμάτων στη συμπεριφορά του, ψεμάτων κ.λπ.
    Κύριε πρόεδρε, η μάρτυρας άλλαξε τρεις φορές την κατάθεσή της κατά την προανάκριση, είναι πλέον τεκμηριωμένη η αναξιοπιστία της και η μαρτυρία της θα πρέπει να μη ληφθεί υπόψη


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία