Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναμιγνύομαι < αναμιγνύω <ελληνιστική κοινή ἀναμιγνύω ή ἀναμειγνύω < αρχαία ελληνική ἀναμείγνυμι και ἀναμίσγω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναμιγνύομαι (& αναμειγνύομαι)

  1. ανακατεύομαι (για υλικά)
  2. ανακατεύομαι, εμπλέκομαι με δική μου επιλογή σε δυσάρεστη υπόθεση (για ανθρώπους)
    Αναμίχθηκε δυστυχώς σε υπόθεση αρχαιοκαπηλίας
  3. ανακατεύομαι σε υποθέσεις που δεν με αφορούν, χώνομαι σε ξένα ζητήματα
    Το ζευγάρι χώρισε γιατί αναμίχθηκε η πεθερά

Δείτε επίσης αναμιγνύω και αναμειγνύω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία