Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναλιώνω < λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναλιώνω

  1. (λαϊκότροπο) είμαι πολύ αδύνατος (από την πείνα, την αρρώστια, κ.α.), λιώνω
    Λεημοσύνη γυρεύει ο άνθρωπος. Δεν τον βλέπετε που αναλιώνει' σαν το μελισσοκέρι; (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία