Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  ΡήμαΕπεξεργασία

αναλαμβάνομαι , πρτ.: αναλαμβανόμουν, στ.μέλλ.: θα αναληφθώ, αόρ.: αναλήφθηκα, μτχ.π.π.: ανειλημμένος

  1. (για χρήματα) λαμβάνομαι
    Το ποσό φαίνεται ότι ανελήφθη από ΑΤΜ προ διημέρου
  2. για τον Χριστό και αγίους, λαμβάνομαι ψηλά, στον ουρανό
    Ο Χριστός 'ανελήφθη, Η Θεοτόκος ανελήφθη, Ο Ησαϊας ανελήφθη
  3. (για εργασίες) λαμβάνομαι
    Τα μεγάλα έργα αναλαμβάνονται από όσους έχουν μεγάλα μέσα
    Αυτές οι υποθέσεις αναλαμβάνονται από μεγαλοδικηγόρους


αναλαμβάνω