Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανακατοσούρας < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανακατοσούρας αρσενικό

  1. άλλη γραφή του ανακατωσούρας


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία