Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναγύρισμα τα αναγυρίσματα
      γενική του αναγυρίσματος των αναγυρισμάτων
    αιτιατική το αναγύρισμα τα αναγυρίσματα
     κλητική αναγύρισμα αναγυρίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναγύρισμα < ανά + γύρισμα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αναγύρισμα ουδέτερο

  1. γύρισμα προς τα πάνω
     συνώνυμα: ανασήκωμα
    Ποιος θα φανταζόταν όταν γεννιόταν το πρώτο, αθώο καλλυντικό για την περιποίηση των βλεφαρίδων μας, ότι θα ερχόταν μια μέρα που δυο πράσινα μάτια με μπλε βλεφαρίδες θα σκορπούσαν τον πανικό; Ο πόλεμος της μάσκαρας έχει ξεσπάσει εδώ και τρεις δεκαετίες. Ολα επιτρέπονται και όλα ανατρέπονται. Μαύρη μάσκαρα, μοβ, πράσινη, βυσσινί, μπλε, ασημένια. Η καθεμία -υποτίθεται- για ξεχωριστή χρήση: Για περισσότερο όγκο, για ίσιωμα, μάκρος, αναγύρισμα, ενδυνάμωση, για την ψευδαίσθηση της τελειότητας, μαζί και την ενίσχυση της ματαιοδοξίας μας. Το μάτι που «σκοτώνει». (*)
  2. γύρισμα
  3. τριγύρισμα
  4. ρεβέρ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία