Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αναγουλιαστικός αναγουλιαστική αναγουλιαστικό
γενική αναγουλιαστικού αναγουλιαστικής αναγουλιαστικού
αιτιατική αναγουλιαστικό αναγουλιαστική αναγουλιαστικό
κλητική αναγουλιαστικέ αναγουλιαστική αναγουλιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναγουλιαστικοί αναγουλιαστικές αναγουλιαστικά
γενική αναγουλιαστικών αναγουλιαστικών αναγουλιαστικών
αιτιατική αναγουλιαστικούς αναγουλιαστικές αναγουλιαστικά
κλητική αναγουλιαστικοί αναγουλιαστικές αναγουλιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αναγουλιαστικός < αναγουλιάζω + -τικός < μεσαιωνική ελληνική γούλα < λατινική gula (λαιμός) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷel- (λαιμός)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αναγουλιαστικός

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία