Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμπούρα αμπούρες
γενική αμπούρας αμπούρων
αιτιατική αμπούρα αμπούρες
κλητική αμπούρα αμπούρες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμπούρα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

(υλοτομία), (επιπλοποιία), (βοτανική)
θηλυκό
ενικός αριθμός: η αμπούρα (el)
πληθυντικός αριθμός: οι αμπούρες (el)

  1. abura[1], τροπικό δέντρο που χρησιμοποιείται για ξυλεία, επιπλοποιία κτλ.
    (βγαίνει σε ζεστό χρώμα το οποίο προτιμάται, αλλά και σε ωχρό)
    τα φύλλα της έχουν παραδοσιακή φαρμακευτική χρήση
  2. ελαττωμένη ορατότητα (για οποιονδήποτε λόγο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία