Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αμαράντινος η αμαράντινη το αμαράντινο
      γενική του αμαράντινου της αμαράντινης του αμαράντινου
    αιτιατική τον αμαράντινο την αμαράντινη το αμαράντινο
     κλητική αμαράντινε αμαράντινη αμαράντινο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αμαράντινοι οι αμαράντινες τα αμαράντινα
      γενική των αμαράντινων των αμαράντινων των αμαράντινων
    αιτιατική τους αμαράντινους τις αμαράντινες τα αμαράντινα
     κλητική αμαράντινοι αμαράντινες αμαράντινα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αμαράντινος < αμάραντος + -ινος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αμαράντινος, -η, -ο

  1. που δεν μαραίνεται
     συνώνυμα: αμάραντος
  2. (μεταφορικά) άφθαρτος, αιώνιος
  3. που έχει σχέση με το φυτό αμάραντος ή αναφέρεται σ’ αυτό

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία