Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αλταζιμουθιακός αλταζιμουθιακή αλταζιμουθιακό
γενική αλταζιμουθιακού αλταζιμουθιακής αλταζιμουθιακού
αιτιατική αλταζιμουθιακό αλταζιμουθιακή αλταζιμουθιακό
κλητική αλταζιμουθιακέ αλταζιμουθιακή αλταζιμουθιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αλταζιμουθιακοί αλταζιμουθιακές αλταζιμουθιακά
γενική αλταζιμουθιακών αλταζιμουθιακών αλταζιμουθιακών
αιτιατική αλταζιμουθιακούς αλταζιμουθιακές αλταζιμουθιακά
κλητική αλταζιμουθιακοί αλταζιμουθιακές αλταζιμουθιακά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλταζιμουθιακός < αγγλική altitude + azimuth + -ιακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλταζιμουθιακός, -ή, -ό

  1. (αστρονομία), (στρατιωτικός όρος), (ναυτικός όρος): ο σχετικός με περιστροφή καθ' ύψος (πάνω - κάτω) και κατά πλευρά (δεξιά - αριστερά)
    αλταζιμουθιακός μηχανισμός πυροβόλου ή τηλεσκοπίου, αλταζιμουθιακή σκόπευση

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία