Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αλμπίνος οι αλμπίνοι
      γενική του αλμπίνου των αλμπίνων
    αιτιατική τον αλμπίνο τους αλμπίνους
     κλητική αλμπίνε αλμπίνοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλμπίνος < (άμεσο δάνειο) ισπανική albino < λατινική albus (λευκός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αλμπίνος αρσενικό (θηλυκό: αλμπίνα)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία