Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλκαλική παλίρροια < → δείτε τη λέξη  αλκαλικός και παλίρροια

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

αλκαλική παλίρροια θηλυκό

  • (βιολογία), (βιοχημεία), : η περίοδος όπου η αλκαλικότητα ενός σώματος και του ουρικού συστήματος επηρεάζονται από την υπερβολική έκκριση πεπτικού υδροχλωρικού οξέος.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία