Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αλαργινός η αλαργινή το αλαργινό
      γενική του αλαργινού της αλαργινής του αλαργινού
    αιτιατική τον αλαργινό την αλαργινή το αλαργινό
     κλητική αλαργινέ αλαργινή αλαργινό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αλαργινοί οι αλαργινές τα αλαργινά
      γενική των αλαργινών των αλαργινών των αλαργινών
    αιτιατική τους αλαργινούς τις αλαργινές τα αλαργινά
     κλητική αλαργινοί αλαργινές αλαργινά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αλαργινός < αλάργ(α) + -ινός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αλαργινός

  1. (ποιητικό) ο μακρινός
    Καλό ταξίδι αλαργινό καράβι μου, στου απείρου και στης νυκτός την αγκαλιά με τα χρυσά σου φώτα (Κ.Καρυωτάκης)
  2. (ποιητικό) ο απόμακρος, που έρχεται από μακριά
    μια αλαργινή φωνή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία