Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακτινόμετρο τα ακτινόμετρα
      γενική του ακτινομέτρου
ακτινόμετρου
των ακτινομέτρων
    αιτιατική το ακτινόμετρο τα ακτινόμετρα
     κλητική ακτινόμετρο ακτινόμετρα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακτινόμετρο < ακτίν(α) + -ο- + -μετρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακτινόμετρο ουδέτερο

  • (μετεωρολογία) ειδικό όργανο που χρησιμοποιείται στην ακτινομετρία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία