Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακρινά < ακρινός < άκρη

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ακρινά

  1. στην άκρη
  2. ακραία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

ακρινά